Επάνοδος

Ιανουαρίου 30, 2012

Δεν συνηθίζω να γράφω Δευτέρα πρωί. Σήμερα όμως ήθελα να ανοίξω το κεφάλι αυτού του λυρικού προαισθήματος που με ακινητοποιεί. Επάνοδος. Βρήκα αυτή τη λέξη πεταμένη. Χτες, σε ένα τοπίο που θα αγαπούσε ο σκηνοθέτης. Αέρας, κρύο, συννεφιά, εγκαταλειμμένες επαύλεις με φοίνικες, πιο πέρα καλαμιές κι η θάλασσα στο γκρίζο χρώμα του ουρανού, και στο βάθος δυο σκοτεινά βουνά. Ό,τι πρέπει για μελαγχολικές αφηγήσεις που θα αφήσουν τις γάτες σας ατάιστες. Ό,τι πρέπει για να κάψετε μερικά κύτταρα εγκεφαλικά από τα λίγα που γλίτωσαν από τα κανόνια της επικαιρότητας. Σκατά στην επικαιρότητα! Πρέπει να σας δείξω μια μέρα αυτές τις επαύλεις. Να σας διαβάζω ποιήματα του Γέιτς για τον έρωτα και να σας θωπεύω. Λέω για τον Γέιτς γιατί βούτηξα ένα βιβλίο του από το σπίτι της αγαπημένης μου φίλης που επισκέφθηκα εκεί κάτω. Για να μείνω όμως λίγο στο λυρισμό και στον παλιό μου εαυτό, να πω ότι θυμάμαι τους αποχωρισμούς αυτών των χρωμάτων. Τους αποχωρισμούς, τις μικρές μας ήττες. Που είναι ραμμένες τσέπες εσωτερικές. Εκεί που έχουμε πάντα ένα κέρμα ή ένα χαρτάκι με κάτι που γράψαμε και δεν δώσαμε ποτέ. Και η σιωπή κυριαρχεί σ’ αυτό το μέρος, ο χρόνος ο αδούλευτος, ο μη παραγωγικός, ο χρόνος που πολλαπλασιάζει ό,τι αξίζει και αφήνει έξω απ’ την εξίσωση τα πιο μικρά κομμάτια της καθημερινότητας και κάθε ήττας. Και ακόμα να σας πω ότι έφυγα γιατί έπρεπε να φύγω και δεν μετανιώνω. Και δεν μου αρέσει ο Γέιτς. Μόνο ο Εμπειρίκος μου αρέσει σήμερα.

Εικ.: Ο Harvey Keitel στην ταινία «Το βλέμμα του Οδυσσέα» / theoangelopoulos.gr

:

Λυκαβηττός

Ιανουαρίου 29, 2012

Βόλτες στο Λυκαβηττό, ήταν η απάντηση στην ερώτηση «Τι κάνεις τις Κυριακές». Αλήθεια ήταν. Εβγαζε το σκυλί, είχε αυτή την πρόφαση. Σε διάφορες ώρες της μέρας, σπάνια βράδυ. Αν ξυπνούσε πολύ πρωί, ή και μετά τις έντεκα. Οπωσδήποτε το μεσημέρι κατά τις τρεις με τέσσερις, ειδικά τους μήνες του χειμώνα, για να προλάβει το καλό φως. Περπατούσε στην άκρη του δρόμου προσεκτικά από το ξενοδοχείο μέχρι την πινακίδα προς Αλεξάνδρας και μετά πάλι πίσω ανεβαίνοντας αυτή τη φορά προς το θέατρο. Το σκυλί προπορευόταν συνήθως ενάμισι δύο μέτρα κι εκείνη έκανε πως ήταν συγκεντρωμένη στον εαυτό της. Ήταν όμορφη, όχι όμως προκλητικά όμορφη ώστε να γυρίσουν να την κοιτάξουν οι άντρες που την προσπερνούσαν πάνω σε μια μηχανή ή σε σπορ αυτοκίνητο.  Είχε μακριά ξανθά μαλλιά σγουρά, φορούσε φόρμες και ανοιχτόχρωμα αθλητικά παπούτσια, όμως ο βηματισμός της πρόδιδε σκοτάδια. Την ακολούθησα μια φορά και τη ρώτησα, θρασύτατα, αν θέλει να μου πει κάτι για εκείνη. Σάστισε. Μάλλον ήταν η πρώτη φορά που τη σταματούσαν πάνω σε αυτό το δρομολόγιο. Της εξήγησα πως μου είχε ζητήσει χαρτάκια έξω από το κλειστό ψιλικατζίδικο της Ιπποκράτους μια Δευτέρα που έβρεχε. Της εξήγησα πως κι εγώ, αν είχα σκύλο, θα έκανα την ίδια βόλτα κάθε Κυριακή, αν και δεν καπνίζω παρά μόνο περιστασιακά. Τη συνόδευσα ευγενικά ως το σπίτι της. Το επόμενο βράδυ της χτύπησα το κουδούνι. Δεν ήθελε να μου πει πράγματα για εκείνη. Κάναμε έρωτα, ήταν ωραία για μένα και αμήχανα για εκείνη. Το πρωί, μου έστριψε ένα τσιγάρο και της είπα ότι μου αρέσει. Τουλάχιστον ο τρόπος που στρίβει το τσιγάρο, και ο οργασμός της. Αυτό δεν της το είπα. Επέμενε να φάμε μαζί πρωινό, αλλά βιαζόμουν να προλάβω κάποιες υπηρεσίες.

Εικ.: Μανώλης Ζαχαριουδάκης

:

Διακοπές

Σεπτεμβρίου 10, 2011

Ο ύπνος ήταν το μόνο καταφύγιο
Πρωί μεσημέρι βράδυ μετά το φαγητό
Έφερνε κάποια ισορροπία
Έβαζε τα όνειρα στη θέση τους
Στο μπαλκόνι έπαιρνε ο αέρας τα απλωμένα ρούχα
Και οι δίπλα έπαιζαν τάβλι μέχρι να νυστάξουν

– –

Πειραιώς

Αύγουστος 13, 2011

Παρασκευή μεσημέρι βαδίζοντας αργά προς τη στάση του λεωφορείου
Με ελαφρύ τακούνι γραφείου τζιν και απαλό μακιγιάζ
Ούτε μια σταγόνα ιδρώτα στο πρόσωπό της μόνο το καλώδιο του ipod
Κατεβαίνει απ’ το στήθος της ενώ την προσπερνούν μηχανές φορτωμένες ζευγάρια μπαγκάζια
Ανεβαίνοντας από το λιμάνι κορίτσια που αγκαλιάζουν αγόρια με τον αέρα του καραβιού
Με τον αέρα πενθήμερης απόδρασης στη Σίφνο, τη Σέριφο, τη Μήλο
Με πόδια γυμνά σημαδεμένα από αγκάθια και τους τελευταίους κόκκους της άμμου
Κι αυτή εκεί σε στάση υπομονής με πειθαρχία νεαρής υπαλλήλου
Στο ύψος του Μοσχάτου στο ύψος της ένα κι εβδομήντα πέντε
Στο σχόλασμα περιμένοντας το 049 Πειραιάς Ομόνοια.
Στο διπλανό βενζινάδικο εργάτες αλλοδαποί έστρωναν τσιμέντο το πόδι της χόρευε στο ρυθμό της μουσικής
Η ζέστη υποφερτή για όσους γύριζαν στην πόλη μετά από νησί για όσους δεν έψαχναν για δουλειά υποτροφία αμαρτία
Ήρθε το λεωφορείο της ήρθε να την πάρει για το σπίτι ώρα τέσσερις αλλά δεν φαίνεται να πεινάει να διψάει δεν δείχνει κουρασμένη
Κι είναι Παρασκευή μεσημέρι 12 Αυγούστου γιατί να μην πάει μια βόλτα στα νησιά
Κάποιος να τη γδύσει κάποιος να τη σηκώσει στα χέρια του κι αυτή να μην κοιτάει δεξιά αριστερά
Τόσο ήρεμη στα χέρια του όπως εδώ σ’ αυτό το μέρος για τροχοφόρα
Ο οδηγός φρενάρει απαλά ανοίγουν οι πόρτες δεν θα την ξαναδείς.
Στην επόμενη στάση δεκαπέντε μετανάστες καλοντυμένοι χαμόγελα στα πρόσωπά τους γυρνώντας από τη δουλειά
Στην Καλών Τεχνών άλλοι πέντε μαύροι κι έρημοι με τα λευκά τους δόντια να αψηφούν το Δεκαπενταύγουστο να μη δίνουν δεκάρα για τη Σίφνο, τη Μήλο, τη Σέριφο και το Αιγαίο του Ελύτη, χαρούμενοι κι αυτοί που έχουν ένα ρούχο να φορέσουν και την αξιοπρέπεια της επιβίβασης σε διπλό κλιματιζόμενο λεωφορείο.
Καρφωμένο φαντάζομαι το λοξό τους το βλέμμα χωρίς λαγνεία στο σταυρωμένο πόδι της κοπέλας

– –

Κιάτο

Αύγουστος 1, 2011

Τέρμα του προαστιακού βαρύ μεσημέρι, στριμωξίδι στις πόρτες και μετά σιωπή
Στις λαμαρίνες με τα νεκρά ρολόγια του σταθμού φουστάνι δε φυσάει
Εδώ τελειώνουνε οι ράγες, μηδενίζει ο χρόνος, άλλοτε
Είχες να περιμένεις ένα μουτρωμένο παλιό τραίνο που συνέχιζε για Αιγείρα Διακοφτό Αίγιο – κάτι ήταν κι αυτό
Τώρα στο λεωφορείο κατσούφης ο οδηγός, μαλώνει τους τουρίστες για τις αποσκευές
Το πρόσωπό του είναι σκληρό, σαν να μην έζησε χαρά στη ζωή του

Ξεκινάμε, πιάνουμε την παραλία. Ξάφνου, κάνει στάση ενώ κανείς δεν περιμένει να κατέβει.
Ενός λεπτού αναμονή, μέσα οι περισσότεροι σκυθρωποί κοιτώντας έξω τις κίτρινες ομπρέλες,
Και φτάνει τρέχοντας κάποια με το μαγιό ακόμα βρεγμένο, ορμάει στο κάθισμα του συνοδηγού
Κάθεται, κλείνουν οι πόρτες, φεύγουμε.
Ελληνικά σπαστά, μαλλιά ξανθά βαμμένα,
όλο τα πιάνει, μια έτσι μια αλλιώς
Έχει την ελαφράδα αυτού που βρήκε μια αγκαλιά να μεγαλώνει ήσυχα
Λέει μια ιστορία κι αυτός ακούει, εγώ μετράω τις κινήσεις της
Βάζει βγάζει πράματα από την τσάντα του μπάνιου
Ωχ! Στην παραλία ξέχασε το περιοδικό της
Πιο κάτω σαν ησύχασε κάτι έλεγε για λεφτά
Αυτός αμίλητος, έχει κάνει τους υπολογισμούς του.

– –

Αρχίσαμε

Μαΐου 26, 2011

Μετά την Τετάρτη 25 Μαΐου,πολλά μπορούν να συμβούν. Ανοιξαν οι πύλες του αδυνάτου μέχρι χθες. Ομως ο δρόμος θα είναι μακρύς. Θα δούμε και θα ακούσουμε διάφορα. Ας έχουμε μάτια κι αυτιά ανοιχτά. Κι εμπιστοσύνη σε κανέναν γραφιά, σε κανέναν καθοδηγητή, παρά στην κρίση και στο ένστικτο του λαού. Γιατί στα μεγάλα κινήματα αυτός αποφασίζει, αυτός καθοδηγεί, με αυτό το κάτι σαν συλλογική συνείδηση. Και ας πορευθούμε χωρίς τον ηλίθιο ανταγωνισμό για την ιδιοκτησία του κινήματος ή της πλατείας, που είναι αντιγραφή του ανταγωνισμού για την εξουσία ΠΑΣΟΚ – ΝΔ. Αν ερχόμαστε για να ανατρέψουμε αυτή την εξουσία, αυτά τα μέτρα, αυτή τη ζωή που μας επιφυλάσσουν, δεν έχουμε παρά να συζητήσουμε όλοι μαζί, πρώην απολίτικοι και δεξιοί, πρώην απογοητευμένοι, αριστεροί όλων των τάσεων και των ρευμάτων, και να δούμε ποια συνθήματα ποια οργάνωση ποιον πολιτισμό χρειαζόμαστε. Και επειδή από παρθενογένεση τίποτα δεν προκύπτει, ας ξεπεράσουμε δημιουργικά τις παλιές μορφές οργάνωσης χωρίς αφορισμούς και αποκλεισμούς.

:

βία σε κοινή θέα

Μαΐου 16, 2011

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον old-boy για τη σφαλιάρα που δεν έδωσε η (ριζοσπαστική) Αριστερά (και οι φοιτητικοί σύλλογοι και τα σωματεία και η πολιτική αναρχία, να προσθέσω) στις παρέες με τις μολότοφ και τις κουκούλες που την ακολουθούν στις πορείες. Από μια παράλογη ανεκτικότητα και έναν άκαιρο φιλελευθερισμό έχουμε καταντήσει υποψήφια θύματα, όσοι πορευόμαστε με τα μπλοκ της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς, της αγριότητας των ΜΑΤ, του βαριού χεριού του κράτους  που σημαδεύει καλά γι’ αυτό δεν κυνηγά ποτέ τον ασφαλίτη ή τον ακούσιο προβοκάτορα που τα σπάει, κι αν τύχει και συλλάβει παιδιά αγριεμένα που πέταξαν μια πέτρα θα τα εξοντώσει φορτώνοντάς τους απίστευτες κατηγορίες ή θα πάει να τα στρατολογήσει για χαδιεφάκια κλπ κλπ. Δύο πράγματα μόνο για έναν σοβαρό απεγκλωβισμό από το αδιέξοδο της τυφλής βίας και εκδίκησης: η πολιτική πάλη κατά της κυβέρνησης και της επιχειρούμενης αυταρχικής στροφής μαζί με τον Σαμαρά (που αν κρίνουμε από μερικά πρόσφατα δημοσιεύματα η αστική τάξη βλέπει την ανάγκη να καλέσει για να ξελασπώσει τη βρωμοδουλιά) και η άρνηση προσανατολισμού «εδώ και τώρα» σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία είναι ο πρώτος όρος, ενώ η αναζήτηση της μέγιστης δυνατής συνάντησης όλης της αριστεράς σε κάτι σαν ενιαίο ανατρεπτικό μέτωπο – από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέχρι το ΚΚΕ και την αριστερή διαφοροποίηση του ΠΑΣΟΚ – με σαφή οριοθέτηση από την διαχειριστική αριστερά των Κουβέληδων αλλά και τον αντιεξουσιαστικό και αναρχικό χώρο (κρατώντας μόνο την κοινή δράση με τα όποια σοβαρά πολιτικά τμήματα που παρεμβαίνουν στο εργατικό κίνημα και δεν στρέφονται κατά της κοινωνίας) μπορεί να είναι η απάντηση στην κρίση μετατόπισης της κοινωνίας σε πιο συντηρητικές θέσεις με αφορμή το μεταναστευτικό κλπ. Σε αυτή την κατεύθυνση πολύ χρήσιμες είναι επεξεργασίες όπως αυτή από την πλευρά του Κομμουνιστικού Κόμματος, που, παρά την άρνησή του μέχρι στιγμής να συμμαχήσει με τις άλλες τάσεις της αριστεράς, έχει μεγάλη δυνατότητα παρέμβασης στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Οσο για την αναγκαία βία της ανατροπής, αυτή θα είναι ανώτερη υπολογισμένη και αποτελεσματική, και θα έρθει με την άνοδο του ίδιου του μαζικού κινήματος σε πρωταγωνιστή, κάτι που δεν έχει γίνει ακόμα λόγω του κατακερματισμού της πολιτικής διαμαρτυρίας και της κρίσης του συνδικαλισμού που γνωρίσαμε. Το ΠΑΜΕ και οι δυνάμεις που έφτιαξαν τον Συντονισμό Πρωτοβάθμιων Σωματείων, μπορούν μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτικό συντονισμό και κοινή δράση να παίξουν προοδευτικό και καταλυτικό ρόλο. Για να ηττηθούν όσοι σπέρνουν τη βία που τρομοκρατεί, φοβίζει, διασπά. Για να χάσουν τη δουλειά τους και τον ύπνο τους οι Παπαχελάδες και όσοι σπεκουλάρουν πάνω σε αυτές τις μορφές της βίας με στόχο να τσακίσουν κάθε συλλογική στάση ανυπακοής, ρήξης και ανατροπής.

υγ. Αυτά γράφονται πάνω στην καμπή που ετοιμάζουν με την πολιτική αναδιάταξη που φέρνει το Μνημόνιο ΙΙ και άρα σύντομα θα έχουμε περισσότερη και πιο ωμή βία από την πλευρά της αστυνομίας, χωρίς προφάσεις και χωρίς να χρειάζονται μερικοί προβοκάτορες στις παρυφές των πορειών.

:

μεθόριος

Μαρτίου 19, 2011

Στη μνήμη του Παναγιώτη Περιστέρη

Οι σκοτεινοί ήρωες στη «Λέσχη» του Στρατή Τσίρκα, που ζουν στα μετόπισθεν της πολεμικής σύγκρουσης, χωρίζουν τις γυναίκες σε κατηγορίες: αυτές που αντιστέκονται και εκείνες που δεν αντιστέκονται· αυτές που κάνουν ότι αντιστέκονται και εκείνες που δεν· αυτές που νομίζουν ότι και εκείνες που δεν. Και όλα αυτά σε συνδυασμούς μεταξύ τους. Άνθρωποι σε κρίση, σε μια εποχή πολέμου. Επινοούν παιχνίδια για να περάσουν την ώρα τους. Παραδίδονται σε πάθη που μπορούν ακόμα να τους αποδείξουν ότι βρίσκονται στη ζωή. Γεμίζοντάς τη με κάποιο νόημα, όταν η απειλή του αφανισμού είναι τόσο πραγματική. Άνθρωποι σε κρίση, που υπηρετούν τον πόλεμο και την επαύριο, σε καιρό ειρήνης, θα υπηρετούν τη νέα τάξη. Αντίβαρο σε αυτόν τον κόσμο, οι άλλοι ήρωες που, με τις δικές τους αντιφάσεις, αντιστέκονται στην περιρρέουσα παρακμή. Εκείνοι που ελπίζουν σε μια νίκη της Αντίστασης, των λαών που δεν υπέκυψαν και των αγωνιστών που στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων πέρα από τα σχέδια των πολιτικών τους ηγεσιών. Σκεφτόμουν για το σήμερα τι μπορεί να ισχύει. Σε μια  εποχή βαθιάς κρίσης και ενός πολέμου ο οποίος διεξάγεται και με παλιά και με καινούργια μέσα. Εντός και εκτός των συνόρων μιας χώρας σε κρίση. Αλλά περισσότερο εντός των ανθρώπων. Αυτών που αφήνονται να παρασυρθούν από τα πράγματα, ή προσπαθούν κάπως να τα καθορίσουν. Σε ένα περιβάλλον ανταγωνιστικό – όλοι εναντίον όλων και όποιος προλάβει να σωθεί – ή εν μέρει αγωνιστικό, χωρίς το ένα να αντικρούει το άλλο. Και αγωνιστές και ανταγωνιστές, οι ίδιοι εμείς. Που παλεύουμε να επιζήσουμε, να ζήσουμε, να κερδίσουμε λίγη ζωή, λίγη αξία και νόημα. Στη μοιρασιά που είναι έτσι κι αλλιώς σκάρτη. Σε εμάς λοιπόν που θέλουμε να αντέξουμε, δύο κατηγορίες ανθρώπων χοντρά χοντρά διακρίνω: αυτούς που θέλουν να σώσουν την ψυχή τους κι εκείνους που δεν. Αυτούς που νοιάζονται ακόμα για τη γνώση, τη φιλία, τον έρωτα, όχι σαν κάτι που τους ανήκει ή τους προσδιορίζει, αλλά σαν κάτι που τους θρέφει. Κάτι που τους κάνει ανθρώπους. Κι εκείνους που χρησιμοποιούν τη γνώση, τη φιλία, τον έρωτα, ως μέσο για να πετύχουν άλλους σκοπούς. Να αναρριχηθούν, να διακριθούν, να ξεχωρίσουν από τον κόσμο. Αυτούς τους δεύτερους, ονομάζω ανθρώπους σε κρίση. Ανδρες και γυναίκες υπό πίεση, χωρίς ευρύτερο συλλογικό σκοπό να τους προσδιορίζει, είναι αναπόφευκτο να κινούνται στη ρευστή μεθόριο, ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους. Οι πράξεις που ακόμα λείπουν, θα βάλουν την κόκκινη γραμμή ανάμεσά τους. Τότε θα μπορούμε να ρωτήσουμε όπως το τραγούδι: Which side are you on?

:

Llorando

Μαρτίου 11, 2011

Ο δρόμος ήταν γεμάτος αυτοκίνητα. Εγώ δεν ήξερα πού πήγαινα. Ελισσόμουν ανάμεσά τους, δεν έκανε κρύο. Πέρασα πολύ καιρό χωρίς να σκέφτομαι. Ξεχείλιζα από την παρουσία της. Αποφεύγοντας να τη συναντήσω. Δεν είμαι καλός στις γενναίες χειρονομίες. Το Ιδρυμα Κακογιάννη ήταν ένας ασφαλής προορισμός για κάποια εγκαίνια. Θα έβρισκα κάποιους φίλους εκεί. Ημουν μόνος και θα ήμουν ασφαλής ανάμεσά τους. Ήθελα αυτή την ασφάλεια μετά από μια περιπλάνηση στην πόλη. Ποτέ δεν ξέρουμε πού ακριβώς πηγαίνουμε, το δρόμο τον βρίσκουμε προχωρώντας. Το πρωί της μίλησα απότομα στο τηλέφωνο. Ανταλλάξαμε κάποια ανούσια μηνύματα που το μόνο που καταφέρνουν είναι να ανοίγουν την απόσταση. Μπήκε σε ένα ταξί, κατέβηκε εκατό μέτρα πιο κάτω. Δεν ήθελα να της μιλήσω. Ήταν μια τυχαία συνάντηση. Στο επόμενο φανάρι έστριψα δεξιά. Μετά δεν πρόσεξα το ταξί που έστριβε μαζί μου. Ούτε ο οδηγός του με πρόσεξε. Αυτός που σας γράφει τώρα δεν ξέρω ποιος είναι.

:

σε μια περαστική

Φεβρουαρίου 27, 2011

Σε είδα απ’ το μεγάλο μου παράθυρο να προχωράς στο δρόμο. Δοξάζοντας τη γειτονιά. Οχι πόνος, μα μια γλυκιά μελαγχολία – όπως όταν περιμένεις υπομονετικά ένα τηλεφώνημα Κυριακή βράδυ από κάποιον που προσπαθείς να ξεχάσεις. Δεν θα μπορούσες να με παρασύρεις, ξέρεις. Τώρα που τίποτα πια δεν συμβαίνει. Προχτές που γυρνούσα απ’ τη διαδήλωση, αμήχανος, θυμωμένος, ήθελα να απλώσω όλες τις εφημερίδες να κοιμηθώ στο πάτωμα. Μέσα σε ψέματα και απειλητικές ειδήσεις κινούμαστε. Και προσπαθούμε να καταλάβουμε. Αλλά, σαν να πήραμε το όνειρο αλλωνών, ξάφνου δεν είμαστε μόνοι. Ισως υπάρχει πάντα ένα φως αναμμένο στο σκοτάδι, ένα χάδι, ένα τριήμερο μακριά απ’ την πόλη, ένα κορίτσι να μας αγαπήσει. Σαν υπόσχεση και σαν επιστροφή της αγάπης που δεν χαρίσαμε. Κι όταν πρέπει να φύγουμε, θα φύγουμε, και τότε πάλι θα λες όλα σωστά, όλα σωστά. Γιατί κάτω απ’ το παράθυρο, κάτω απ’ τα περασμένα χρόνια, ερχόμαστε κοντά. Ο ένας για τον άλλο. Κι ας ήταν άδειος ο δρόμος, κι ας ήταν άδεια η γειτονιά.

:

ο προβολέας της

Φεβρουαρίου 7, 2011

εκεί που καταλαβαίνεις ένα σφάλμα σου και δε λες δε θα το ξανακάνω σκοντάφτοντας μεθυσμένη μετά από ξενύχτι, στη λακκούβα πρώτα και μετά στο γρατζουνισμένο γόνατο· εκεί που χαμογελάς σ’ έναν άγνωστο έξω από ένα φαρμακείο και ρωτάς το φαρμακοποιό εννοώντας το πώς πάει ο αγώνας· ιδίως σε μια περαστική όταν χαμογελάς που δεν ξέρεις αν είναι όμορφη ούτε αν θέλεις να την ξαναδείς, ας μη δούμε καθαρά το πρόσωπό της· όταν δεν βλαστημάς τους οδηγούς λεωφορείων που κάνουν απεργία αλλά τους λες ευχαριστώ για τις άπειρες φορές που σε οδήγησαν στη δουλειά σου ή σε πήραν μέσ’ απ’ τη βροχή· σαν σκέφτεσαι ζεστά κάθε γυναίκα που έχεις αγκαλιάσει κι έχεις αφήσει επειδή έπρεπε να κάνεις λάθος· στο ότι δεν τολμάς να μιλήσεις για απουσία μπροστά σ’ ένα κορίτσι που έχασε τον μπαμπά του· στο ποίημα που διαβάζεις στο κρεβάτι και κλαις για όλους τους θανάτους που δεν πέρασες· όσο κάνεις διαρκώς καινούργιες δοκιμές για τα ίδια παλιά λάθη· και φωτίζει σωστά τα δεδομένα αλλά σου επιτρέπει να παρασύρεσαι από αυτό που σε συγκινεί βαθιά, εκεί ωστόσο δεν θα σημαδέψει· όπως οff θα μας δείξει εκείνους που δε λένε εγώ πιστεύω στις σχέσεις αλλά σχετίζονται επικίνδυνα με τους άλλους· και αυτόν που είναι εκεί όταν τον χρειάζεσαι και κυρίως ξέρει πότε πρέπει να λείπει· και αυτόν που στέκεται σωστά· ακόμα κι όταν τον έχουν πυροβολήσει στα πόδια· και εσένα που κάνεις έρωτα κάθε μέρα και είσαι εκεί· και περπατάς πολύ.

Αυτά θα της έλεγα να σημειώσει και τίποτα περισσότερο για τις μέρες που θα παίρναμε απόφαση να κοιτάξουμε πέρα απ’ το φόβο.

–  –     Το post αυτό γράφτηκε για την “Ημέρα ενάντια στο φόβο”. Δείτε περισσότερα εδώ.

:

φινάλε

Ιανουαρίου 31, 2011

Μετά από ώρα, και ενώ η κούραση τους είχε παραλύσει τα γόνατα, η συνομιλήτρια του Κ. άδειασε το ποτήρι της μεμιάς και σηκώθηκε χωρίς να πει τίποτα, πήρε το παλτό της από την κρεμάστρα κι έφυγε. Ο Κ. που είχε μεθύσει περισσότερο στη σκέψη του γυμνού της κορμιού παρά απ’ το κρασί, έμεινε στη θέση του. Εψαξε αργά στην τσέπη του, ευτυχώς βρήκε ένα χαρτονόμισμα και πλήρωσε. Την ώρα που έβγαινε στο δρόμο το ρολόι του έδειχνε 4.30 και το γραπτό μήνυμα που έφτασε στο κινητό του ήταν απ’ τη γυναίκα που είχε να δει τρεις μέρες. Πάγωσε όταν το διάβασε και έβαλε αμέσως τη συσκευή στην τσέπη του. Προχώρησε βιαστικός προς την πιάτσα των ταξί, δεν μπήκε όμως σε κανένα και συνέχισε να περπατά μες στο κρύο. Μετά από μισή ώρα ένας οδηγός ταξί τον πλεύρισε και εκείνος μπήκε μέσα αποκαμωμένος. Δεν ρωτήθηκε πού πηγαίνει, αφέθηκε στο πίσω κάθισμα με το μισητό κινητό στα χέρια του. Μετά από ένα παιχνίδι με τα δάχτυλα χωρίς σκοπό πάτησε τελικά διαγραφή. Το μήνυμα έγραφε: «Θα μας φύγει, θα ξανάρθει, κι όλο πάλι… Μου έφυγε. Σε φιλώ.»

:

παρόν

Ιανουαρίου 25, 2011

Υστερα ήρθε η σειρά του να ακούσει την άποψη της φίλης του και ο κύριος Κ. κάθισε ήσυχος μέχρι να ειπωθούν περίπου τα εξής: Είμαι ερωτευμένη μαζί του, μπορώ να το παραδεχτώ σ’ εσάς. Φοβάμαι όμως ότι αν το αντιληφθεί εκείνος θα με αντιμετωπίσει με ψυχρότητα. Του τηλεφωνώ συχνά, θα ήθελα να τον βλέπω ακόμα συχνότερα, δεν πιέζω όμως τα πράγματα. Είμαι αρκετά έξυπνη για να καταλαβαίνω ότι ένας άνδρας πρωτίστως ενδιαφέρεται για το χρόνο του, για τη δική του εξέλιξη πριν την ηλικία του γάμου η οποία έρχεται πιο αργά από ό,τι πιστεύαμε εφόσον η οικογένεια για κάθε άνδρα είναι απειλή όσο είναι ακόμα αδύναμος επαγγελματικά. Λοιπόν δεν μας απασχολεί το τι θα γίνει μεταξύ μας και κάνουμε πολλά πράγματα μαζί, φυσικά το σεξ μας ενδιαφέρει και τους δυο και μάλλον τα καταφέρνουμε πολύ καλά σε αυτόν τον τομέα. Ετσι το παρόν της σχέσης μας διαρκεί και χάνουμε από την οπτική μας το ερώτημα του μέλλοντος. Ωρες ώρες θα ήθελα να του πω περισσότερα. Είναι το διάστημα της αποσύνδεσης που αυτός διαβάζει τα μέιλ του κι εγώ βγαίνω απ’ το ντους κι ετοιμάζομαι να γυρίσω σπίτι.

< σε συνέχεια

:

άνευ

Ιανουαρίου 24, 2011

στον gasireu

Ο κύριος Κ. που είχε αλλάξει πολλές δουλειές στη ζωή του, μιλούσε για την ελευθερία του έρωτα. Περιέγραφε κάπως έτσι την τελευταία του εμπειρία: Μου τηλεφωνεί δυο τρεις φορές την εβδομάδα, αν δεν απαντήσω θα ξαναπάρει όταν θελήσει, βρισκόμαστε όταν θέλουμε πραγματικά και οι δύο, ο καθένας έχει τις δικές του προτεραιότητες και ασχολίες πάντως μας ενδιαφέρει εξίσου η τέχνη, συζητάμε για πάρα πολλά πράγματα μα ποτέ δεν συζητάμε για τη σχέση μας, ποτέ δεν ορίσαμε τη διάρκεια, τους σκοπούς, την προοπτική της, πρωτίστως γαμιόμαστε όπως πρέπει και νομίζω ότι αυτό προκύπτει απ’ το ότι μιλάμε αρκετά ανοιχτά ο ένας με τον άλλο. Και ναι αγαπιόμαστε στο βαθμό που ο ένας σέβεται απόλυτα τον άλλο και δεν περιμένει τίποτα περισσότερο από ένα ευγενικό αντίο, που δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση διαγραφή και ζήλιες και διενέξεις .

:

πλανήτης λύπη

Ιανουαρίου 20, 2011

Σε κατάλαβα, είπε. Πονάς. Είσαι τόσο όμορφη, γελάς κι η καρδιά σου μαραίνεται. Πώς γίνεται άραγε; Πώς γίνεται να είναι κανείς τόσο δυνατός, δεν ξέρω. Πιο δυνατός απ’ το φόβο, πιο δυνατός απ’ το χθες. Σε ποιες γειτονιές της μνήμης περπατάς κι ανασταίνεις την πίστη σου; Ποιο μαντίλι τυλίγεις στο λαιμό και στους κόμπους της λύπης σου; Ποιο τσιγάρο ανάβει τις στάχτες του κορμιού που δεν είχες χορτάσει; Και ποιο τραγούδι – ποιο τραγούδι παίρνει τον καημό σου μεσημέρι καθοδόν Πειραιώς – Περιστέρι;

: