Αγιασθήτω

Απρίλιος 12, 2012

στον Θέμο Σκανδάμη.

Μεγάλες αλλαγές στα πρόσωπά μας παρατηρώντας τελευταία βουβαίνομαι. Στα χέρια μια τάση να προσεύχονται. να ζητιανεύουν. να εκλιπαρούν. Μα κάτι πράγματα σπουδαία, λιγοστά, που μας συμβαίνουν,πιάνουν το νήμα της στιγμής που για πάντα στιγμή ευλογημένη θα ‘ναι. Έτσι πέρα από τα πάθη και τα μυστήρια ήθελα να λειτουργήσω με μια λέξη – Αγιασθήτω. Το φουστάνι το ωραίο που κυματίζει στην προκυμαία της Σταδίου. Τα χείλη που τα μάτια επάνω τους στέκονται μέχρι αμηχανίας. Αγιασθήτω ο ουρανός των κοιταγμάτων που παραπάνω από βλέμματα είναι. Αγιασθήτω ο κρουνός των αγγιγμάτων που όσο πιο δύσκολα τόσο πιο ξεδιψαστικά γίνονται . Αγιασθήτω τα κλεμμένα φιλιά. Τα βρεγμένα βρακιά. Αγιασθήτω οι γυναίκες του θέρους που θα κάνεις ξανά μαζί τους τον Ιούνιο, τον Ιούλιο, τον Αύγουστο. Αγιασθήτω οι καθαρίστριες της Κόνωνος. Αγιασθήτω οι πόρνες της Σόλωνος. Τα κορίτσια που στέκονται όρθια στις διαδηλώσεις με το φόβο κάτω από το δαγκωμένο τους χείλι. Τα κορίτσια που δουλεύουν μέχρι εξαντλήσεως γυρεύοντας το χάδι της ποιήσεως. Τα κορίτσια που γίνονται γυναίκες μόνο μερικές νύχτες. Τα κορίτσια που μελετούν, που τραγουδάνε, που παίζουν, που χορεύουν. Οι ποιητές που δεν δηλώνουν ποιητές. Οι πότες που δεν δηλώνουν πότες. Οι εραστές που γίνονται εραστές στην τελειότητα της αγκαλιάς που φτιάχνουν οι ίδιοι με χέρια και με μάτια. Οι πατεράδες μας που μας άφησαν να βρούμε μόνοι μας τα χρυσά νομίσματα στους τοίχους του σπιτιού που γκρεμίσαμε. Αγιασθήτω οι μέρες οι άγριες που κρέμονται από τ’ ανείπωτα. Αγιασθήτω τα καινούργια μας λάθη, οι διαδρομές οι ανεπανάληπτες, τα δρομολόγια των λαών των σωμάτων των ψυχών. Οι ώρες της μοναξιάς που κόβει τα γόνατα και οι ώρες της συγκέντρωσης και του διαβάσματος. Οι ώρες της αμηχανίας. Το θέλημα του καιρού που με βία ορμά και μας πονά. Το χάδι του ανέμου. Της προσδοκίας. Της καινούργιας εποποιίας. Και πάντα οι άνθρωποι που ψηλώνουν μαζί μας με αγαπη, στα εύκολα και στα δύσκολα.

Advertisements

Image

Στον Σπύρο, το βυτίο.

Τα λαϊκά κορίτσια κυκλοφορούν στην Πατησίων, στο Περιστέρι, στη Φωκίωνος Νέγρη. Τα λαϊκά κορίτσια δεν ντύνονται κομψά, ντύνονται ωραία. Τα λαϊκά κορίτσια όμως σε ξεσηκώνουν με το περπάτημά τους. Τα λαϊκά κορίτσια δεν έχουν κάνει μεταπτυχιακά. Τα λαϊκά κορίτσια σταυροκοπιούνται σε λεωφορεία και τρόλεϊ όταν περνάνε μπροστά από εκκλησίες. Τα λαϊκά κορίτσια γυρίζουν αλλού το κεφάλι όταν τα σταματάει ένας άγνωστος στο δρόμο και απαντούν στο λεπτό «είμαι παντρεμένη». Τα λαϊκά κορίτσια παντρεύονται νωρίς. Τα λαϊκά κορίτσια πάνε σινεμά με τις φίλες τους. Δεν ξέρουν τον Εκτορα Λυγίζο ούτε διαβάζουν τα πολιτιστικά στις εφημερίδες. Τα λαϊκά κορίτσια βλέπουν πολύ τηλεόραση και διασκεδάζουν με ριάλιτι. Δεν ξέρουν το ΜΟΝΟ και το UNFOLLOW. Τα λαϊκά κορίτσια δεν ασχολούνται με την πολιτική. Ξέρουν όμως και ξεχωρίζουν το δίκιο και το άδικο. Τα λαϊκά κορίτσια σκέφτονται απλά τη ζωή. Τα λαϊκά κορίτσια συγκινούνται όταν τους χαρίζουν λουλούδια και όταν θυμούνται τα γενέθλιά τους. Τα λαϊκά κορίτσια που μπήκαν σε καλές δουλειές και τα προσκάλεσαν σε κότερα, παραμένουν λαϊκά κορίτσια και απεχθάνονται τις ψωνισμένες γκόμενες. Τα λαϊκά κορίτσια διαβάζουν ζώδια. Τα λαϊκά κορίτσια αγαπάνε βαθιά. Τα λαϊκά κορίτσια πονάνε βαθιά. Τα λαϊκά κορίτσια κουτσομπολεύουν. Τα λαϊκά κορίτσια δεν ξεχνούν ποτέ τους γονείς τους. Τα λαϊκά κορίτσια δεν δηλώνουν λαϊκά κορίτσια.

:

Δευτέρες

Φεβρουαρίου 22, 2012

Μεσημέρι σε διάλειμμα από τη δουλειά, με μαύρη αναστάτωση περασμένη σε κάθε μανίκι σαν πένθος. Πρέπει να κλείσει ραντεβού με κάποιον ειδικό και όλο το αναβάλλει. Όσο μπορεί να δουλεύει, όπως όπως, το αναβάλλει. Τον ενοχλούν κάποια κουτσομπολιά που έπιασε να κυκλοφορούν στους διαδρόμους για τις προτιμήσεις του. Περπατάει στην πλατεία Μαβίλη και χαζεύει το χαζό σιντριβάνι που σκορπίζει την αχρείαστη δροσιά του μες στο καταχείμωνο. Τώρα στέκεται για λίγο στο περίπτερο πάνω από τις εφημερίδες. Για άλλη μια φορά, σωθήκαμε. Βαριέται τις πολιτικές συζητήσεις. Του αρέσει να αθλείται. Μένει μόνος.

Υπομονή και κάτι θα γίνει, αλλά ο μήνας δε βγαίνει με 800 ευρώ. Το κορίτσι θα γεννήσει σε λίγους μήνες. Τα λεφτά των γονιών δε φτάνουν. Στο δρόμο για το σχολείο μονολογεί. Θα γίνει σαν κι αυτούς τους γέρους των λεωφορείων καμιά μέρα. Σκυθρωπιάζει, το βλέπει στους καθρέφτες. Στην τουαλέτα, στα τζάμια των αυτοκινήτων, στις βιτρίνες των καταστημάτων. Η αλλαγμένη όψη του είναι σημάδι αψεγάδιαστο. Όταν όμως μπαίνει στην τάξη μεγαλουργεί.

Δευτέρα είναι, αλλά γι’ αυτόν είναι σαν Κυριακή. Εδώ και μερικούς μήνες. Κάθε μέρα τρώει στους γονείς του. Κάθε βράδυ κοιμάται στης κοπελιάς. Δεν κοιμάται όμως καλά. Σήμερα αρνήθηκε να φάει. Δεν πήγε καν απ’ το σπίτι των γονιών του. Έχει βγει στο δρόμο. Στην Πατησίων, κοιτάζει τα τρόλεϊ. Το μόνο που επιθυμεί είναι μια θέση στα πίσω καθίσματα του τρόλεϊ κάθε πρωί, καλοντυμένος για το γραφείο, με προσεγμένη εμφάνιση μέχρι τις κάλτσες, και να παρατηρεί ποιος μπαίνει ποιος βγαίνει και από τα παράθυρα την κίνηση στο δρόμο. Τα κορίτσια να του χαμογελάνε.

Ο έρωτας πληρωμένος, πενήντα ευρώ η επίσκεψη. Δε ρωτάει ονόματα. Άλλη κάθε φορά. Κάποτε ρώτησε μία πως τη λένε και του είπε«τώρα τι να σου πω, έχω τόσα διαφορετικά…» Καμιά φορά παίρνει και στο σπίτι, εκεί έχει διπλή ταρίφα. Την έχει σταθεροποιήσει την κατάσταση. Κατά τ’ άλλα καβλάντισμα στο διαδίκτυο και ραντεβού μια στις τόσες με καινούργιο κορίτσι. Αυτές θέλουνε πούτσο, της έχει φάει η μοναξιά, μα αυτουνού δεν του σηκώνεται. Έχει ντροπιαστεί αρκετές φορές και τώρα άλλαξε τροπάρι. Τις βγάζει έξω, φέρεται άψογα, κερνάει τα πάντα, τις πηγαίνει σπίτι με το Άουντι. Και μετά καληνύχτα. Το παίζει μυστηριέ. Και χάνεται. Δευτέρες πάντα, μην τους χαλάσει το σαββατοκύριακο.

:

Κυριακές

Φεβρουαρίου 19, 2012

Συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος χωρίς πολύ κόσμο. Σε φαντάζομαι να τη διασχίζεις βιαστικά με μια μικρή αποστροφή. Δεν σου τηλεφώνησε αυτός που σε ενδιαφέρει και δεν του το συγχωρείς. Το πρόσωπό του είχε μια λάμψη όταν σε συναντούσε και αυτό ειδικά δεν μπορείς να του το συγχωρήσεις. Διασχίζεις βιαστικά την πλατεία γιατί μπορεί εκεί ανάμεσα στα πανό και στους σκόρπιους διαδηλωτές να δεις μπροστά σου αυτό το πρόσωπο.

Κολλημένο το πρόσωπο στο τζάμι του μπαρ στην οδό Πλουτάρχου, παρατηρείς τους περαστικούς. Οι παρέες μέσα μιλάνε για αυτά που πάντα τους απασχολούσαν. Όμως εσύ θα ήθελες να τους τονίσεις πως κάπου ανάμεσα σε Τρίτη και Τετάρτη σκοτώθηκε σε τροχαίο η επιθυμία. Μετά το τέταρτο ποτό, θα πάρεις το αυτοκίνητό σου από το γκαράζ και θα οδηγήσεις στην παραλιακή να θυμηθείς κάθε παλιά σου αγάπη – τότε που το αύριο ήταν ένα μεσημεριανό ξύπνημα Κυριακής μες στην καύλα.

Στον έκτο όροφο πολυκατοικίας στο Νέο Ψυχικό από το μπαλκόνι τινάζεις τη στάχτη του τσιγάρου σου. Έχεις πιει λίγο παραπάνω και μπορεί να μετανιώνεις για κάποιες κινήσεις σου που δημιούργησαν εντάσεις. Σε περιμένουν όμως μέσα και δεν πρέπει να κινήσεις υποψίες. Στο κινητό σου ένα μήνυμα παραμένει αδιάβαστο. Κάποιος σου στέλνει φιλιά. Ας πάει παρακάτω. Τα δικά σου φιλιά είναι κλειδωμένα στον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος ο οποίος λες πως καμιά φορά σε παραμελεί. Αυτός τώρα παίζει χαρτιά και καπνίζει ένα πούρο. Δεν έχεις μάθει ακόμα πως η επιχείρησή του πάει κατά διαόλου.

Σταματημένη στο μποτιλιάρισμα της Βασιλέως Κωνσταντίνου στο ύψος του Καλλιμάρμαρου. Αριστερά ο Καραϊσκάκης πάνω στ’ άλογο και εσύ μες στο παράλογο οδηγείς ένα αυτοκίνητο γεμάτο ψώνια για την καινούργια σου ιδιαίτερη κατοικία. Ο γιος σου θέλει να δει τον πατέρα του. Κι εσύ έχεις στα σαράντα μια πυρκαγιά που αυτός ποτέ δεν άναψε ανάμεσα στα πόδια σου. Τα πόδια σου, που τώρα είναι κολλημένα στο φρένο και στο συμπλέκτη.

Στον καναπέ σου, όπου συνήθως ξαπλώνεις τα μεσημέρια κι όπου έχεις τόσο ωραία παραδοθεί σε κορμιά αγνώστων, κάθεσαι τώρα σιωπηλή και διαβάζεις ένα βιβλίο που ξεχάστηκε στο σπίτι σου πριν από μερικούς μήνες. Απέναντί σου η μητέρα σου ακίνητη, χαμένη στις δικές της σκέψεις. Τι να έχεις στο μυαλό σου; Αφού το ξέρεις. Αυτό που θέλουμε πιο πολύ στο τέλος κάνουμε. Μετά από λάθη, στροφές, περιπέτειες, και μικρά εγκλήματα.

:

A.E.

Ιανουαρίου 31, 2012

«Ελπίδα μας αυριανή.»

Επάνοδος

Ιανουαρίου 30, 2012

Δεν συνηθίζω να γράφω Δευτέρα πρωί. Σήμερα όμως ήθελα να ανοίξω το κεφάλι αυτού του λυρικού προαισθήματος που με ακινητοποιεί. Επάνοδος. Βρήκα αυτή τη λέξη πεταμένη. Χτες, σε ένα τοπίο που θα αγαπούσε ο σκηνοθέτης. Αέρας, κρύο, συννεφιά, εγκαταλειμμένες επαύλεις με φοίνικες, πιο πέρα καλαμιές κι η θάλασσα στο γκρίζο χρώμα του ουρανού, και στο βάθος δυο σκοτεινά βουνά. Ό,τι πρέπει για μελαγχολικές αφηγήσεις που θα αφήσουν τις γάτες σας ατάιστες. Ό,τι πρέπει για να κάψετε μερικά κύτταρα εγκεφαλικά από τα λίγα που γλίτωσαν από τα κανόνια της επικαιρότητας. Σκατά στην επικαιρότητα! Πρέπει να σας δείξω μια μέρα αυτές τις επαύλεις. Να σας διαβάζω ποιήματα του Γέιτς για τον έρωτα και να σας θωπεύω. Λέω για τον Γέιτς γιατί βούτηξα ένα βιβλίο του από το σπίτι της αγαπημένης μου φίλης που επισκέφθηκα εκεί κάτω. Για να μείνω όμως λίγο στο λυρισμό και στον παλιό μου εαυτό, να πω ότι θυμάμαι τους αποχωρισμούς αυτών των χρωμάτων. Τους αποχωρισμούς, τις μικρές μας ήττες. Που είναι ραμμένες τσέπες εσωτερικές. Εκεί που έχουμε πάντα ένα κέρμα ή ένα χαρτάκι με κάτι που γράψαμε και δεν δώσαμε ποτέ. Και η σιωπή κυριαρχεί σ’ αυτό το μέρος, ο χρόνος ο αδούλευτος, ο μη παραγωγικός, ο χρόνος που πολλαπλασιάζει ό,τι αξίζει και αφήνει έξω απ’ την εξίσωση τα πιο μικρά κομμάτια της καθημερινότητας και κάθε ήττας. Και ακόμα να σας πω ότι έφυγα γιατί έπρεπε να φύγω και δεν μετανιώνω. Και δεν μου αρέσει ο Γέιτς. Μόνο ο Εμπειρίκος μου αρέσει σήμερα.

Εικ.: Ο Harvey Keitel στην ταινία «Το βλέμμα του Οδυσσέα» / theoangelopoulos.gr

:

Λυκαβηττός

Ιανουαρίου 29, 2012

Βόλτες στο Λυκαβηττό, ήταν η απάντηση στην ερώτηση «Τι κάνεις τις Κυριακές». Αλήθεια ήταν. Εβγαζε το σκυλί, είχε αυτή την πρόφαση. Σε διάφορες ώρες της μέρας, σπάνια βράδυ. Αν ξυπνούσε πολύ πρωί, ή και μετά τις έντεκα. Οπωσδήποτε το μεσημέρι κατά τις τρεις με τέσσερις, ειδικά τους μήνες του χειμώνα, για να προλάβει το καλό φως. Περπατούσε στην άκρη του δρόμου προσεκτικά από το ξενοδοχείο μέχρι την πινακίδα προς Αλεξάνδρας και μετά πάλι πίσω ανεβαίνοντας αυτή τη φορά προς το θέατρο. Το σκυλί προπορευόταν συνήθως ενάμισι δύο μέτρα κι εκείνη έκανε πως ήταν συγκεντρωμένη στον εαυτό της. Ήταν όμορφη, όχι όμως προκλητικά όμορφη ώστε να γυρίσουν να την κοιτάξουν οι άντρες που την προσπερνούσαν πάνω σε μια μηχανή ή σε σπορ αυτοκίνητο.  Είχε μακριά ξανθά μαλλιά σγουρά, φορούσε φόρμες και ανοιχτόχρωμα αθλητικά παπούτσια, όμως ο βηματισμός της πρόδιδε σκοτάδια. Την ακολούθησα μια φορά και τη ρώτησα, θρασύτατα, αν θέλει να μου πει κάτι για εκείνη. Σάστισε. Μάλλον ήταν η πρώτη φορά που τη σταματούσαν πάνω σε αυτό το δρομολόγιο. Της εξήγησα πως μου είχε ζητήσει χαρτάκια έξω από το κλειστό ψιλικατζίδικο της Ιπποκράτους μια Δευτέρα που έβρεχε. Της εξήγησα πως κι εγώ, αν είχα σκύλο, θα έκανα την ίδια βόλτα κάθε Κυριακή, αν και δεν καπνίζω παρά μόνο περιστασιακά. Τη συνόδευσα ευγενικά ως το σπίτι της. Το επόμενο βράδυ της χτύπησα το κουδούνι. Δεν ήθελε να μου πει πράγματα για εκείνη. Κάναμε έρωτα, ήταν ωραία για μένα και αμήχανα για εκείνη. Το πρωί, μου έστριψε ένα τσιγάρο και της είπα ότι μου αρέσει. Τουλάχιστον ο τρόπος που στρίβει το τσιγάρο, και ο οργασμός της. Αυτό δεν της το είπα. Επέμενε να φάμε μαζί πρωινό, αλλά βιαζόμουν να προλάβω κάποιες υπηρεσίες.

Εικ.: Μανώλης Ζαχαριουδάκης

:

Διακοπές

Σεπτεμβρίου 10, 2011

Ο ύπνος ήταν το μόνο καταφύγιο
Πρωί μεσημέρι βράδυ μετά το φαγητό
Έφερνε κάποια ισορροπία
Έβαζε τα όνειρα στη θέση τους
Στο μπαλκόνι έπαιρνε ο αέρας τα απλωμένα ρούχα
Και οι δίπλα έπαιζαν τάβλι μέχρι να νυστάξουν

– –

Πειραιώς

Αύγουστος 13, 2011

Παρασκευή μεσημέρι βαδίζοντας αργά προς τη στάση του λεωφορείου
Με ελαφρύ τακούνι γραφείου τζιν και απαλό μακιγιάζ
Ούτε μια σταγόνα ιδρώτα στο πρόσωπό της μόνο το καλώδιο του ipod
Κατεβαίνει απ’ το στήθος της ενώ την προσπερνούν μηχανές φορτωμένες ζευγάρια μπαγκάζια
Ανεβαίνοντας από το λιμάνι κορίτσια που αγκαλιάζουν αγόρια με τον αέρα του καραβιού
Με τον αέρα πενθήμερης απόδρασης στη Σίφνο, τη Σέριφο, τη Μήλο
Με πόδια γυμνά σημαδεμένα από αγκάθια και τους τελευταίους κόκκους της άμμου
Κι αυτή εκεί σε στάση υπομονής με πειθαρχία νεαρής υπαλλήλου
Στο ύψος του Μοσχάτου στο ύψος της ένα κι εβδομήντα πέντε
Στο σχόλασμα περιμένοντας το 049 Πειραιάς Ομόνοια.
Στο διπλανό βενζινάδικο εργάτες αλλοδαποί έστρωναν τσιμέντο το πόδι της χόρευε στο ρυθμό της μουσικής
Η ζέστη υποφερτή για όσους γύριζαν στην πόλη μετά από νησί για όσους δεν έψαχναν για δουλειά υποτροφία αμαρτία
Ήρθε το λεωφορείο της ήρθε να την πάρει για το σπίτι ώρα τέσσερις αλλά δεν φαίνεται να πεινάει να διψάει δεν δείχνει κουρασμένη
Κι είναι Παρασκευή μεσημέρι 12 Αυγούστου γιατί να μην πάει μια βόλτα στα νησιά
Κάποιος να τη γδύσει κάποιος να τη σηκώσει στα χέρια του κι αυτή να μην κοιτάει δεξιά αριστερά
Τόσο ήρεμη στα χέρια του όπως εδώ σ’ αυτό το μέρος για τροχοφόρα
Ο οδηγός φρενάρει απαλά ανοίγουν οι πόρτες δεν θα την ξαναδείς.
Στην επόμενη στάση δεκαπέντε μετανάστες καλοντυμένοι χαμόγελα στα πρόσωπά τους γυρνώντας από τη δουλειά
Στην Καλών Τεχνών άλλοι πέντε μαύροι κι έρημοι με τα λευκά τους δόντια να αψηφούν το Δεκαπενταύγουστο να μη δίνουν δεκάρα για τη Σίφνο, τη Μήλο, τη Σέριφο και το Αιγαίο του Ελύτη, χαρούμενοι κι αυτοί που έχουν ένα ρούχο να φορέσουν και την αξιοπρέπεια της επιβίβασης σε διπλό κλιματιζόμενο λεωφορείο.
Καρφωμένο φαντάζομαι το λοξό τους το βλέμμα χωρίς λαγνεία στο σταυρωμένο πόδι της κοπέλας

– –

Κιάτο

Αύγουστος 1, 2011

Τέρμα του προαστιακού βαρύ μεσημέρι, στριμωξίδι στις πόρτες και μετά σιωπή
Στις λαμαρίνες με τα νεκρά ρολόγια του σταθμού φουστάνι δε φυσάει
Εδώ τελειώνουνε οι ράγες, μηδενίζει ο χρόνος, άλλοτε
Είχες να περιμένεις ένα μουτρωμένο παλιό τραίνο που συνέχιζε για Αιγείρα Διακοφτό Αίγιο – κάτι ήταν κι αυτό
Τώρα στο λεωφορείο κατσούφης ο οδηγός, μαλώνει τους τουρίστες για τις αποσκευές
Το πρόσωπό του είναι σκληρό, σαν να μην έζησε χαρά στη ζωή του

Ξεκινάμε, πιάνουμε την παραλία. Ξάφνου, κάνει στάση ενώ κανείς δεν περιμένει να κατέβει.
Ενός λεπτού αναμονή, μέσα οι περισσότεροι σκυθρωποί κοιτώντας έξω τις κίτρινες ομπρέλες,
Και φτάνει τρέχοντας κάποια με το μαγιό ακόμα βρεγμένο, ορμάει στο κάθισμα του συνοδηγού
Κάθεται, κλείνουν οι πόρτες, φεύγουμε.
Ελληνικά σπαστά, μαλλιά ξανθά βαμμένα,
όλο τα πιάνει, μια έτσι μια αλλιώς
Έχει την ελαφράδα αυτού που βρήκε μια αγκαλιά να μεγαλώνει ήσυχα
Λέει μια ιστορία κι αυτός ακούει, εγώ μετράω τις κινήσεις της
Βάζει βγάζει πράματα από την τσάντα του μπάνιου
Ωχ! Στην παραλία ξέχασε το περιοδικό της
Πιο κάτω σαν ησύχασε κάτι έλεγε για λεφτά
Αυτός αμίλητος, έχει κάνει τους υπολογισμούς του.

– –

Αρχίσαμε

Μαΐου 26, 2011

Μετά την Τετάρτη 25 Μαΐου,πολλά μπορούν να συμβούν. Ανοιξαν οι πύλες του αδυνάτου μέχρι χθες. Ομως ο δρόμος θα είναι μακρύς. Θα δούμε και θα ακούσουμε διάφορα. Ας έχουμε μάτια κι αυτιά ανοιχτά. Κι εμπιστοσύνη σε κανέναν γραφιά, σε κανέναν καθοδηγητή, παρά στην κρίση και στο ένστικτο του λαού. Γιατί στα μεγάλα κινήματα αυτός αποφασίζει, αυτός καθοδηγεί, με αυτό το κάτι σαν συλλογική συνείδηση. Και ας πορευθούμε χωρίς τον ηλίθιο ανταγωνισμό για την ιδιοκτησία του κινήματος ή της πλατείας, που είναι αντιγραφή του ανταγωνισμού για την εξουσία ΠΑΣΟΚ – ΝΔ. Αν ερχόμαστε για να ανατρέψουμε αυτή την εξουσία, αυτά τα μέτρα, αυτή τη ζωή που μας επιφυλάσσουν, δεν έχουμε παρά να συζητήσουμε όλοι μαζί, πρώην απολίτικοι και δεξιοί, πρώην απογοητευμένοι, αριστεροί όλων των τάσεων και των ρευμάτων, και να δούμε ποια συνθήματα ποια οργάνωση ποιον πολιτισμό χρειαζόμαστε. Και επειδή από παρθενογένεση τίποτα δεν προκύπτει, ας ξεπεράσουμε δημιουργικά τις παλιές μορφές οργάνωσης χωρίς αφορισμούς και αποκλεισμούς.

:

βία σε κοινή θέα

Μαΐου 16, 2011

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον old-boy για τη σφαλιάρα που δεν έδωσε η (ριζοσπαστική) Αριστερά (και οι φοιτητικοί σύλλογοι και τα σωματεία και η πολιτική αναρχία, να προσθέσω) στις παρέες με τις μολότοφ και τις κουκούλες που την ακολουθούν στις πορείες. Από μια παράλογη ανεκτικότητα και έναν άκαιρο φιλελευθερισμό έχουμε καταντήσει υποψήφια θύματα, όσοι πορευόμαστε με τα μπλοκ της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς, της αγριότητας των ΜΑΤ, του βαριού χεριού του κράτους  που σημαδεύει καλά γι’ αυτό δεν κυνηγά ποτέ τον ασφαλίτη ή τον ακούσιο προβοκάτορα που τα σπάει, κι αν τύχει και συλλάβει παιδιά αγριεμένα που πέταξαν μια πέτρα θα τα εξοντώσει φορτώνοντάς τους απίστευτες κατηγορίες ή θα πάει να τα στρατολογήσει για χαδιεφάκια κλπ κλπ. Δύο πράγματα μόνο για έναν σοβαρό απεγκλωβισμό από το αδιέξοδο της τυφλής βίας και εκδίκησης: η πολιτική πάλη κατά της κυβέρνησης και της επιχειρούμενης αυταρχικής στροφής μαζί με τον Σαμαρά (που αν κρίνουμε από μερικά πρόσφατα δημοσιεύματα η αστική τάξη βλέπει την ανάγκη να καλέσει για να ξελασπώσει τη βρωμοδουλιά) και η άρνηση προσανατολισμού «εδώ και τώρα» σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία είναι ο πρώτος όρος, ενώ η αναζήτηση της μέγιστης δυνατής συνάντησης όλης της αριστεράς σε κάτι σαν ενιαίο ανατρεπτικό μέτωπο – από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέχρι το ΚΚΕ και την αριστερή διαφοροποίηση του ΠΑΣΟΚ – με σαφή οριοθέτηση από την διαχειριστική αριστερά των Κουβέληδων αλλά και τον αντιεξουσιαστικό και αναρχικό χώρο (κρατώντας μόνο την κοινή δράση με τα όποια σοβαρά πολιτικά τμήματα που παρεμβαίνουν στο εργατικό κίνημα και δεν στρέφονται κατά της κοινωνίας) μπορεί να είναι η απάντηση στην κρίση μετατόπισης της κοινωνίας σε πιο συντηρητικές θέσεις με αφορμή το μεταναστευτικό κλπ. Σε αυτή την κατεύθυνση πολύ χρήσιμες είναι επεξεργασίες όπως αυτή από την πλευρά του Κομμουνιστικού Κόμματος, που, παρά την άρνησή του μέχρι στιγμής να συμμαχήσει με τις άλλες τάσεις της αριστεράς, έχει μεγάλη δυνατότητα παρέμβασης στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Οσο για την αναγκαία βία της ανατροπής, αυτή θα είναι ανώτερη υπολογισμένη και αποτελεσματική, και θα έρθει με την άνοδο του ίδιου του μαζικού κινήματος σε πρωταγωνιστή, κάτι που δεν έχει γίνει ακόμα λόγω του κατακερματισμού της πολιτικής διαμαρτυρίας και της κρίσης του συνδικαλισμού που γνωρίσαμε. Το ΠΑΜΕ και οι δυνάμεις που έφτιαξαν τον Συντονισμό Πρωτοβάθμιων Σωματείων, μπορούν μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτικό συντονισμό και κοινή δράση να παίξουν προοδευτικό και καταλυτικό ρόλο. Για να ηττηθούν όσοι σπέρνουν τη βία που τρομοκρατεί, φοβίζει, διασπά. Για να χάσουν τη δουλειά τους και τον ύπνο τους οι Παπαχελάδες και όσοι σπεκουλάρουν πάνω σε αυτές τις μορφές της βίας με στόχο να τσακίσουν κάθε συλλογική στάση ανυπακοής, ρήξης και ανατροπής.

υγ. Αυτά γράφονται πάνω στην καμπή που ετοιμάζουν με την πολιτική αναδιάταξη που φέρνει το Μνημόνιο ΙΙ και άρα σύντομα θα έχουμε περισσότερη και πιο ωμή βία από την πλευρά της αστυνομίας, χωρίς προφάσεις και χωρίς να χρειάζονται μερικοί προβοκάτορες στις παρυφές των πορειών.

:

μεθόριος

Μαρτίου 19, 2011

Στη μνήμη του Παναγιώτη Περιστέρη

Οι σκοτεινοί ήρωες στη «Λέσχη» του Στρατή Τσίρκα, που ζουν στα μετόπισθεν της πολεμικής σύγκρουσης, χωρίζουν τις γυναίκες σε κατηγορίες: αυτές που αντιστέκονται και εκείνες που δεν αντιστέκονται· αυτές που κάνουν ότι αντιστέκονται και εκείνες που δεν· αυτές που νομίζουν ότι και εκείνες που δεν. Και όλα αυτά σε συνδυασμούς μεταξύ τους. Άνθρωποι σε κρίση, σε μια εποχή πολέμου. Επινοούν παιχνίδια για να περάσουν την ώρα τους. Παραδίδονται σε πάθη που μπορούν ακόμα να τους αποδείξουν ότι βρίσκονται στη ζωή. Γεμίζοντάς τη με κάποιο νόημα, όταν η απειλή του αφανισμού είναι τόσο πραγματική. Άνθρωποι σε κρίση, που υπηρετούν τον πόλεμο και την επαύριο, σε καιρό ειρήνης, θα υπηρετούν τη νέα τάξη. Αντίβαρο σε αυτόν τον κόσμο, οι άλλοι ήρωες που, με τις δικές τους αντιφάσεις, αντιστέκονται στην περιρρέουσα παρακμή. Εκείνοι που ελπίζουν σε μια νίκη της Αντίστασης, των λαών που δεν υπέκυψαν και των αγωνιστών που στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων πέρα από τα σχέδια των πολιτικών τους ηγεσιών. Σκεφτόμουν για το σήμερα τι μπορεί να ισχύει. Σε μια  εποχή βαθιάς κρίσης και ενός πολέμου ο οποίος διεξάγεται και με παλιά και με καινούργια μέσα. Εντός και εκτός των συνόρων μιας χώρας σε κρίση. Αλλά περισσότερο εντός των ανθρώπων. Αυτών που αφήνονται να παρασυρθούν από τα πράγματα, ή προσπαθούν κάπως να τα καθορίσουν. Σε ένα περιβάλλον ανταγωνιστικό – όλοι εναντίον όλων και όποιος προλάβει να σωθεί – ή εν μέρει αγωνιστικό, χωρίς το ένα να αντικρούει το άλλο. Και αγωνιστές και ανταγωνιστές, οι ίδιοι εμείς. Που παλεύουμε να επιζήσουμε, να ζήσουμε, να κερδίσουμε λίγη ζωή, λίγη αξία και νόημα. Στη μοιρασιά που είναι έτσι κι αλλιώς σκάρτη. Σε εμάς λοιπόν που θέλουμε να αντέξουμε, δύο κατηγορίες ανθρώπων χοντρά χοντρά διακρίνω: αυτούς που θέλουν να σώσουν την ψυχή τους κι εκείνους που δεν. Αυτούς που νοιάζονται ακόμα για τη γνώση, τη φιλία, τον έρωτα, όχι σαν κάτι που τους ανήκει ή τους προσδιορίζει, αλλά σαν κάτι που τους θρέφει. Κάτι που τους κάνει ανθρώπους. Κι εκείνους που χρησιμοποιούν τη γνώση, τη φιλία, τον έρωτα, ως μέσο για να πετύχουν άλλους σκοπούς. Να αναρριχηθούν, να διακριθούν, να ξεχωρίσουν από τον κόσμο. Αυτούς τους δεύτερους, ονομάζω ανθρώπους σε κρίση. Ανδρες και γυναίκες υπό πίεση, χωρίς ευρύτερο συλλογικό σκοπό να τους προσδιορίζει, είναι αναπόφευκτο να κινούνται στη ρευστή μεθόριο, ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους. Οι πράξεις που ακόμα λείπουν, θα βάλουν την κόκκινη γραμμή ανάμεσά τους. Τότε θα μπορούμε να ρωτήσουμε όπως το τραγούδι: Which side are you on?

:

Llorando

Μαρτίου 11, 2011

Ο δρόμος ήταν γεμάτος αυτοκίνητα. Εγώ δεν ήξερα πού πήγαινα. Ελισσόμουν ανάμεσά τους, δεν έκανε κρύο. Πέρασα πολύ καιρό χωρίς να σκέφτομαι. Ξεχείλιζα από την παρουσία της. Αποφεύγοντας να τη συναντήσω. Δεν είμαι καλός στις γενναίες χειρονομίες. Το Ιδρυμα Κακογιάννη ήταν ένας ασφαλής προορισμός για κάποια εγκαίνια. Θα έβρισκα κάποιους φίλους εκεί. Ημουν μόνος και θα ήμουν ασφαλής ανάμεσά τους. Ήθελα αυτή την ασφάλεια μετά από μια περιπλάνηση στην πόλη. Ποτέ δεν ξέρουμε πού ακριβώς πηγαίνουμε, το δρόμο τον βρίσκουμε προχωρώντας. Το πρωί της μίλησα απότομα στο τηλέφωνο. Ανταλλάξαμε κάποια ανούσια μηνύματα που το μόνο που καταφέρνουν είναι να ανοίγουν την απόσταση. Μπήκε σε ένα ταξί, κατέβηκε εκατό μέτρα πιο κάτω. Δεν ήθελα να της μιλήσω. Ήταν μια τυχαία συνάντηση. Στο επόμενο φανάρι έστριψα δεξιά. Μετά δεν πρόσεξα το ταξί που έστριβε μαζί μου. Ούτε ο οδηγός του με πρόσεξε. Αυτός που σας γράφει τώρα δεν ξέρω ποιος είναι.

:

σε μια περαστική

Φεβρουαρίου 27, 2011

Σε είδα απ’ το μεγάλο μου παράθυρο να προχωράς στο δρόμο. Δοξάζοντας τη γειτονιά. Οχι πόνος, μα μια γλυκιά μελαγχολία – όπως όταν περιμένεις υπομονετικά ένα τηλεφώνημα Κυριακή βράδυ από κάποιον που προσπαθείς να ξεχάσεις. Δεν θα μπορούσες να με παρασύρεις, ξέρεις. Τώρα που τίποτα πια δεν συμβαίνει. Προχτές που γυρνούσα απ’ τη διαδήλωση, αμήχανος, θυμωμένος, ήθελα να απλώσω όλες τις εφημερίδες να κοιμηθώ στο πάτωμα. Μέσα σε ψέματα και απειλητικές ειδήσεις κινούμαστε. Και προσπαθούμε να καταλάβουμε. Αλλά, σαν να πήραμε το όνειρο αλλωνών, ξάφνου δεν είμαστε μόνοι. Ισως υπάρχει πάντα ένα φως αναμμένο στο σκοτάδι, ένα χάδι, ένα τριήμερο μακριά απ’ την πόλη, ένα κορίτσι να μας αγαπήσει. Σαν υπόσχεση και σαν επιστροφή της αγάπης που δεν χαρίσαμε. Κι όταν πρέπει να φύγουμε, θα φύγουμε, και τότε πάλι θα λες όλα σωστά, όλα σωστά. Γιατί κάτω απ’ το παράθυρο, κάτω απ’ τα περασμένα χρόνια, ερχόμαστε κοντά. Ο ένας για τον άλλο. Κι ας ήταν άδειος ο δρόμος, κι ας ήταν άδεια η γειτονιά.

: