η βόλτα

Φεβρουαρίου 1, 2010

Μια Κυριακή απόγευμα, που στο στόμα είχε τη γεύση πικρού εσπρέσο και τα δάχτυλά του μύριζαν εφημερίδα και τσιγάρο, βγήκε μια βόλτα στην παλιά του γειτονιά. Περπατούσε αργά στο πεζοδρόμιο, τόσο αργά που προλάβαινε να παρατηρεί ακόμα και το βλέμμα των κουρασμένων από την αναμονή στη στάση του τρόλεϊ γυναικών, ίσως το πιο ανεξιχνίαστο βλέμμα στην Αθήνα του Γενάρη.  Γυναίκες απροσδιορίστου ηλικίας, απαλλαγμένες από κάθε επιθυμία, γυρνώντας ή πηγαίνοντας ποιος ξέρει πού. Ωσπου κάποια στιγμή διέκρινε από απέναντι μια ζωηρή παρέα κοριτσιών να πλησιάζει με σχεδόν χορευτικό βάδισμα. Tον προσπέρασαν. Τρεις κοπέλες σίγουρα όχι πάνω από είκοσι χρονών λεπτές και πρόχειρα ντυμένες, όχι καθόλου περιποιημένες, με μια απλότητα και άνεση εντελώς κοριτσένια, γελούσαν και προχωρούσαν φωνάζοντας σε μια γλώσσα  ανάμεσα σε σπαστά ελληνικά και άπταιστα βαλκανικά. Η μια τους, η πιο φωνακλού, ήταν το θηλυκό. Περπατούσε λικνιστικά κλείνοντας μια ωραία πρόκληση στο σώμα της. Τη στιγμή που τον προσπέρασαν, βάλανε τα γέλια και τον κοίταξε.

Στην καφετέρια της μικρής άγνωστης πλατείας δεν είχε κόσμο. Οι άντρες είχαν κατακλύσει το διπλανό καφενείο και έβλεπαν μπάλα. Τα κορίτσια παρήγγειλαν φραπέδες, και άρχισαν να κουτσομπολεύουν και να χασκογελάνε με ένα ρυθμό που δυνάμωνε απότομα, μετά ησύχαζε για λίγο και ξεσπούσε ξανά. Βγάλανε τα τσιγάρα τους, και τότε φάνηκαν πιο μακριά τα δάχτυλά τους, και τότε από τον τρόπο που τα βαστούσαν φάνηκε ανάγλυφη η παιδική τους ηλικία, όχι σίγουρα δε θα ήταν πάνω από είκοσι χρονών, μαζί και η βιασύνη τους να μεγαλώσουν. Τότε ήταν που μπήκε εκείνος. Αρμάνι τζιν, πουκάμισο μέσα στη ζώνη, γυαλί πιασμένο στο κεφάλι, ιδιοκτήτης. Γύρω στα σαράντα. Αμέσως αναγνώρισε τη μια από τις τρεις, την πιο ξερακιανή, και της έδωσε το χέρι του. Τα κορίτσια σοβάρεψαν, καμιά τους δεν μιλούσε πια, και η δεύτερη, η πιο μεγαλωμένη ανακάθισε στη θέση της με μια προσποιητή ευγένεια, ενώ η διπλανή της, η ξερακιανή, της τον σύστησε. Αυτός πήγε μέχρι την κουζίνα και επέστρεψε, και μέχρι να γίνει αυτό οι τρεις τους δεν έπαψαν να ανταλλάσσουν βλέμματα αμηχανίας, και αναμονής. Ηταν σαφές ότι κάτι περίμεναν από τη συνάντηση αυτή, κάτι σημαντικό που τις έκανε να χάσουν το γέλιο τους. Ο τύπος ήταν καθωσπρέπει, πολύ τυπικός, φερόταν με προσοχή, μην του φύγει ένα λάθος βλέμμα, ένα υπονοούμενο, κάτι το απρεπές. Θα μιλούσαν σίγουρα για δουλειά. Και έπρεπε να είναι όλα οκέι.

Ξέχασα να πω ότι την ώρα της βόλτας, πριν καταλήξουν στο καφέ, οι κοπέλες έκαναν μια μυστήρια παράκαμψη και πέρασαν μέσα απ’ το προαύλιο μιας εκκλησίας. Σκόρπισαν για λίγο κι η μεγάλη στάθηκε για μια στιγμή μπροστά στο ναό και έκανε το σταυρό της.

: apo_do_kai_pano

http://www.freeplay.gr/player.php?song=10.%20Apo%20%27do%20Kai%20Pano%20&code=jqqdghaqaqfjjdgg&new=1
Advertisements

9 Σχόλια to “η βόλτα”

  1. utopiacl Says:

    Καιρός ήτανε, παραχαλαρώσαμε μου φαίνεται!
    Αντε μη βάλω τις φωνές!!!

    Όσο γιά το ποστ, πάντα ‘έστι ευαίσθητος(όχι δίκης) οφθαλμός ός τά πανθ’ωρά.

  2. manos Says:

    καλημέρα κύριε Κάπα, καλημέρα Ουτόπια, ό,τι μπορούμε βλέπουμε κι ό,τι νογάμε γράφουμε

  3. Herr K. Says:

    Και μετά παίρνεις εσύ την πάσα Βυτίο στο επόμενό σου ποστ.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: