Llorando
Μαρτίου 11, 2011

Ο δρόμος ήταν γεμάτος αυτοκίνητα. Εγώ δεν ήξερα πού πήγαινα. Ελισσόμουν ανάμεσά τους, δεν έκανε κρύο. Πέρασα πολύ καιρό χωρίς να σκέφτομαι. Ξεχείλιζα από την παρουσία της. Αποφεύγοντας να τη συναντήσω. Δεν είμαι καλός στις γενναίες χειρονομίες. Το Ιδρυμα Κακογιάννη ήταν ένας ασφαλής προορισμός για κάποια εγκαίνια. Θα έβρισκα κάποιους φίλους εκεί. Ημουν μόνος και θα ήμουν ασφαλής ανάμεσά τους. Ήθελα αυτή την ασφάλεια μετά από μια περιπλάνηση στην πόλη. Ποτέ δεν ξέρουμε πού ακριβώς πηγαίνουμε, το δρόμο τον βρίσκουμε προχωρώντας. Το πρωί της μίλησα απότομα στο τηλέφωνο. Ανταλλάξαμε κάποια ανούσια μηνύματα που το μόνο που καταφέρνουν είναι να ανοίγουν την απόσταση. Μπήκε σε ένα ταξί, κατέβηκε εκατό μέτρα πιο κάτω. Δεν ήθελα να της μιλήσω. Ήταν μια τυχαία συνάντηση. Στο επόμενο φανάρι έστριψα δεξιά. Μετά δεν πρόσεξα το ταξί που έστριβε μαζί μου. Ούτε ο οδηγός του με πρόσεξε. Αυτός που σας γράφει τώρα δεν ξέρω ποιος είναι.
:

Μαρτίου 13, 2011 στις 4:40 μμ
“Ξεχείλιζα από την παρουσία της. Αποφεύγοντας να τη συναντήσω. Δεν είμαι καλός στις γενναίες χειρονομίες.”
Να, κάτι τέτοια μόνο οι ποιητές ξέρουν να τα νιώθουν.
Μαρτίου 19, 2011 στις 10:47 μμ
Ασυνεπής και αργοπορημένος, μα δέξου τις καλύτερές μου ευχές για την άνοιξη.